01 Κλινική χρησιμότητα
Διαφοροδιάγνωση των κληρονομικών από τις επίκτητες ανεπάρκειες συστατικών του συμπληρώματος
02 Πληροφορίες δείγματος
Ορός που συλλέγεται σε συνήθη σωληνάρια δειγματοληψίας ή σε σωληνάρια που περιέχουν γέλη διαχωρισμού χωρίς αιμόλυση και έντονη λιπαιμικότητα. Αποχωρίζεται τον ορό από το θρόμβο ή τα κύτταρα εντός 45 λεπτών και συντηρείται σε πλαστικό σωληνάριο. | Μη αποδεκτό δείγμα:Δείγματα με μικροβιακή μόλυνση, θερμική αδρανοποίηση ή δείγματα που περιέχουν ορατά ξένα στοιχεία. | Μεταφορά Δείγματος:0,5 mL σε κατάψυξη |
03 Σταθερότητα δείγματος
15-25°C 2 ώρες | ❄ 2-8°C 3 ημέρες | ❄❄ -20°C 3 μήνες |
04 Τιμές αναφοράς
Εκφράζονται σε mg/L
Ηλικία | Άνδρες-Γυναίκες |
>6μηνών | 120 – 196 |
05 Μέθοδος
Θολωσιμετρια
06 Παρατηρήσεις
Η ταυτόχρονη μέτρηση του αντιγόνου C1q και των αντίστοιχων C2 και C4 συμβάλλει στη διαφοροποίηση των επίκτητων και κληρονομικών ανεπαρκειών του C1-INH. Οι ασθενείς επίκτητη ανεπάρκεια(AAE) του C1-INH παράγουν ανοσοσυμπλέγματα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες C1q και C1-INH, με αποτέλεσμα την ποσοτική και λειτουργική ανεπάρκεια του C1-INH και C1q.
Η μέτρηση των επιπέδων του αντιγόνου C1q στον ορό αποτελεί το κλειδί για τη διαφορική διάγνωση του επίκτητου ή κληρονομικού αγγειοοιδήματος. Οι ασθενείς με την κληρονομική μορφή της νόσου, θα έχουν φυσιολογικά επίπεδα του αντιγόνου C1q, ενώ εκείνοι με την επίκτητη μορφή της ασθένειας θα έχουν μειωμένα επίπεδα