01 Κλινική χρησιμότητα
Ως η προτιμώμενη δοκιμή προκειμένου να εκτιμηθεί o υπολειπόμενος κίνδυνος στεφανιαίας νόσου σε ασθενείς με υπερτριγλυκεριδαιμία (TGs > 199 mg /dL)
02 Πληροφορίες δείγματος
Ορός χωρίς έντονη αιμόλυση , έντονη λιπαιμία και ίκτερο, που συλλέγεται τηρώντας τις γενι-κές προφυλάξεις για τη φλεβοπαρακέντηση. Αποχωρίζεται εντός 30-60 λεπτών με φυγοκέ-ντρηση, ώστε να διασφαλιστεί η απουσία του ινώδους στον ορό , που μπορεί να παρέμβει στη δοκιμή, και συντηρείται σε πλαστικό σωληνάριο. | Μη αποδεκτό δείγμα:Δείγματα με έντονη αιμόλυση και λιπαιμικότητα | Μεταφορά Δείγματος:0,5 mL ως ελάχιστος όγκος σε θερμοκρασία 2-8°C |
03 Σταθερότητα δείγματος
15-25°C 4 ώρες | ❄ 2-8°C 7 ημέρες | ❄❄ -20°C για 3 μήνες εάν καταψυχθούν εντός 24 ωρών μετά τη συλλογή και αποφευχθούν οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι κατάψυξης-απόψυξης. |
04 Τιμές αναφοράς
| Εκφράζονται σε mg/dL
Σύμφωνα με τις οδηγίες του NCEP/ATP ΙΙΙ τα επίπεδα της αξιολογούνται :
|
05 Μέθοδος
Υπολογιστική
06 Παρατηρήσεις
Η non-HDL-Cείναι μια νέα παράμετρος που έχει προστεθεί για να συμπληρώσει τη λιπιδαιμική ταυτότητα ενός ασθενούς με υπερτριγλυκεριδαιμία (TGs>199 mg/dL), ειδικά εκείνων που πάσχουν από αθηρογόνο δυσλιπιδαιμία .Η non-HDL-C είναι το άθροισμα της συσσωρευμένης ολικής χοληστερόλης (TC) σε όλες τις λιποπρωτεΐνες, με εξαίρεση την HDL, όπως: χυλομικρά, πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και των υπολειμμάτων τους, διάμεσης πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (IDL), χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (LDL) και λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)]. Η συγκέντρωση της non-HDL-C υπολογίζεται χρησιμοποιώντας μια απλή εξίσωση:
Η παράμετρος αυτή προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με τον υπολογισμό LDL-C, όπως υπολογίζεται από τον τύπο Friedewald. Διότι πρώτον, δεν κάνει καμία υπόθεση σχε-τικά με τη σχέση μεταξύ των VLDL-C και τριγλυκεριδίων, μια σχέση που μπορεί να μετα-βληθεί, σε ασθενείς με υπερτριγλυκεριδαιμία, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ψευδώς χαμηλές τιμές LDL-C. Δεύτερον, περιλαμβάνει εκτίμηση της ΑpoB που περιέχεται σε αθηρογόνες λιποπρωτεΐνες, δηλαδή, των VLDL, IDL, και LDL, καθώς και της Lp(a). Τελικά, η non-HDL-C έχει πολλά πρακτικά πλεονεκτήματα σε κλινικό περιβάλλον, όπως είναι η ικανότητα της να αξιολογηθεί σε ασθενείς με επίπεδα τριγλυκεριδίων(200-499 mg/dL) και σε ασθενείς που δεν βρίσκονται σε κατάσταση νηστείας, λόγω του τρόπου υπολογισμού της.
Η διαγνωστική αξία της non-HDL-C ,ως προάγγελου εμφάνισης CVD, επιβεβαιώθηκε σε πολλές κλινικές μελέτες μεταξύ υγιών ατόμων και διαβητικών με δυσλιπιδαιμία. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα κλινικά δεδομένα διαπιστώθηκε ότι αύξηση των επιπέδων της μη-HDL-C κατά 1 mg/dL αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακή νόσο κατά 5% και φαίνεται να είναι ένας δείκτης με καλύτερη προγνωστική αξία από ότι οι παραδοσιακοί λιπιδαιμικοί δείκτες. Η έννοια της καλής και της κακής χοληστερόλης εξακολουθεί να είναι σωστή. Ωστόσο, η non-HDL-C γίνεται η νέα κακή υψηλής πυκνότητας χοληστερόλη (HDL-C).