01 Κλινική χρησιμότητα
Στη διάγνωση του κληρονομικού αγγειοοιδήματος και για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία
02 Πληροφορίες δείγματος
2 φιαλίδια Χ 1 mL Πλάσματος (κιτρικό νάτριο 3,2% σε αναλογία 9:1) φτωχού σε αιμοπετάλια (PPP) .Δείτε οδηγία εδώ | Μη αποδεκτό δείγμα: | Μεταφορά Δείγματος: 0,5 mL |
03 Σταθερότητα δείγματος
04 Τιμές αναφοράς
”
Εκφράζονται ως το ποσοστό % του μέσου επιπέδου σε φυσιολογικά δείγματα
Ηλικία | Άνδρες- Γυναίκες | Αξιολόγηση |
>6 μηνών | ≥ 68% | Φυσιολογικά |
41-67% | Διφορούμενα | |
≤ 40% | Μη φυσιολογικά |
“
05 Μέθοδος
ΕΙΑ
06 Παρατηρήσεις
Ο αναστολέας C1 εστεράσης(C1-INH) είναι μια γλυκοπρωτεΐνη και ένας πολλαπλά ειδικός αναστολέας πρωτεασών της σερίνης (σερπίνες), που είναι παρών στο φυσιολογικό ανθρώπινο πλάσμα και στον ορό και ο οποίος ρυθμίζει ένζυμα του συμπληρώματος, συγκόλλησης, ινωδολυτικά και συστήματα σχηματισμού κινίνης.
Η δοκιμασία αυτή μετράει την ποσότητα της λειτουργικής πρωτεΐνης C1-Inhibitor στο ανθρώπινο πλάσμα.
Υπάρχουν δύο τύποι κληρονομικού αγγειοοιδήματος (HAE) που μπορούν να διακριθούν βιοχημικά. Οι ασθενείς με τον πιο κοινό τύπο (85 % των ασθενών HAE) έχουν χαμηλά επίπεδα λειτουργικού C1-INH και αντιγόνου C1-INH. Οι ασθενείς με τη δεύτερη μορφή (15 % των ασθενών HAE) έχουν χαμηλά επίπεδα λειτουργικού C1-INH αλλά φυσιολογικά ή αυξημένα επίπεδα αντιγόνου C1-INH, γεγονός που σχετίζεται με μια δυσλειτουργική πρωτεΐνη