01 Κλινική χρησιμότητα
Το διαγνωστικό αυτό αυτό προφίλ που περιλαμβάνει βιοχημικό και μοριακό έλεγχο ενδείκνυται
- για τη διάγνωση κληρονομικής αιμοχρωμάτωσης, όταν υπάρχει κλινικοεργαστηριακή υποψία υπερφόρτωσης σιδήρου (π.χ σε αγνώστου αιτολογίας ηπατοπάθεια, αρθροπάθεια, σακχαρώδη διαβήτη)
- στα πλαίσια προγεννητικού ελέγχου εξωσωματικής γονιμοποίησης, όταν ο αναπαραγωγικός σύντροφος είναι γνωστός φορέας μετάλλαξης γονιδίου HFE.
02 Πληροφορίες δείγματος
1) Ορός που συλλέγεται σε συνήθη σωληνάρια δειγματοληψίας ή σε σωληνάρια που περιέχουν γέλη διαχωρισμού χωρίς αιμόλυση και έντονη λιπαιμικότητα. Αποχωρίζεται τον ορό από το θρόμβο ή τα κύτταρα εντός 45 λεπτών και συντηρείται σε πλαστικό σωληνάριο (Φερριτίνη/Κορεσμός τρανσφερίνης). | Μη αποδεκτό δείγμα:Δείγματα πλάσματος (EDTA, λιθιούχου ηπαρίνης και νατριούχου ηπαρίνης), αιμολυμένα, λιπαιμικά δείγματα. Ολικό αίμα με αντιπηκτικό ηπαρίνη. | Μεταφορά Δείγματος: 1) Ορός 1,0 mL ως ελάχιστος όγκος σε θερμοκρασία 2-8°C. και 2) Ολικό αίμα 1,0 mL ως ελάχιστος όγκος σε θερμοκρασία 2-8°C. |
03 Σταθερότητα δείγματος
1) Ορός: Για 8 ώρες σε θερμοκρασία 15-25°C ή για 2-3 ημέρες σε θερμοκρασία 2-8°C ή για 3 μήνες σε θερμοκρασίας -20°C.
2) Ολικό αίμα: Χωρίς φυγοκέντρηση για 48 ώρες στους 20-25°C ή για 7 ημέρες στους 2-8°C.
04 Τιμές αναφοράς
Φερριτίνη (FER) ng/mL
| Ηλικία | Άνδρες | Γυναίκες |
| Ενήλικες | 22-322 | 10-291 |
Κορεσμός τρανσφερρίνης (TfS) %
| Ηλικία | Άνδρες | Γυναίκες |
| ≥19 ετών | 20 – 55 | 15 – 50 |
Μοριακός έλεγχος: Μη ανιχνεύσιμη μετάλλαξη (απουσία μετάλλαξης)
Περιορισμοί : Οι μεταλλάξεις που περιλαμβάνονται στην εξέταση είναι στοχευμένες. Διαγνωστικά σφάλματα μπορούν να οφείλονται σε σπάνιες παραλλαγές στην αλληλουχία.
05 Μέθοδος
CLIA (φερριτίνη) / υπολογιστική (κορεσμός τρανσφερίνης) / PCR-Ανάστροφος Υβριδισμός (μοριακός έλεγχος μεταλλάξεων)
06 Παρατηρήσεις
Η κληρονομική αιμοχρωμάτωση (HH) αποτελεί μια αυτοσωμική υπολειπόμενη γενετική διαταραχή, συχνότερα απαντώμενη στην Καυκάσια φυλή, η οποία όταν εκφράζεται (δηλ. στους φέροντες 2 παθολογικών γονιδίων HFE), ενδέχεται να εκδηλωθεί με κλινική εικόνα υπερφόρτωσης σιδήρου (σιδήρωση), με επιπτώσεις στη λειτουργία οργάνων, όπως το ήπαρ και το πάγκρεας.
Η συχνότητα ομοζυγωτίας για το μεταλλαγμένο γονίδιο στους Καυκάσιους είναι 1:300, ενώ των φορέων, οι οποίοι και δεν διατρέχουν κίνδυνο νόσησης (ετεροζυγώτες) είναι 1:10.
Ο σκοπός των εξετάσεων που εκτελούνται είναι πέρα από τη διάγνωση της πάθησης και η εκτίμηση του εάν και σε τι βαθμό έχει επηρεαστεί η λειτουργία ζωτικών οργάνων από σιδήρωση και η παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.
Η εργαστηριακή διερεύνηση της νόσου επί κλινικής υποψίας, περιλαμβάνει βιοχημικό και μοριακό έλεγχο. Συγκεκριμένα,
- προσδιορισμό κορεσμού τρανσφερρίνης (Tfs), δηλ. της ποσότητας σιδήρου που είναι συνδεδεμένος με την πρωτεΐνη μεταφοράς και απορρόφησής του
- μέτρηση φερριτίνης προς εκτίμηση των αποθηκών σιδήρου
- μοριακή ανίχνευση σχετιζόμενης μετάλλαξης γονιδίου HFE, η ύπαρξη της οποίας πιστοποιεί απλά αυξημένο κίνδυνο νόσησης, χωρίς να την προεξοφλεί
* στο 80-90% των νοσούντων ανιχνεύεται η μετάλλαξη C282Y του HFE γονιδίου (οι άντρες με την μετάλλαξη αυτή εκδηλώνουν την νόσο στο 30%, ενώ οι γυναίκες λιγότερο συχνά, μόλις στο 5%)
* άλλες σχετιζόμενες μεταλλάξεις λιγότερο συχνά ευθυνόμενες για την νόσο, που συνυπάρχουν ή υπάρχουν μεμονωμένα είναι η H63D και η S65C, ενώ άλλες σπανιότατα ενοχοποιούνται.