01 Κλινική χρησιμότητα
Ως συμπλήρωμα στη διάγνωση του συνδρόμου απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Διαφοροδιάγνωση κεντρικού άποιου διαβήτη από νεφρογενή άποιο διαβήτη
02 Πληροφορίες δείγματος
Πλάσμα (EDTA) χωρίς αιμόλυση ή ίκτερο. Το πλάσμα αποχωρίζεται εντός 10 λεπτών από την αιμοληψία με φυγοκέντρηση στους 2- 8°C στις 2000 rpm | Μη αποδεκτό δείγμα:Συντήρηση δείγματος σε θερμοκρασία < - 15°C | Μεταφορά Δείγματος:2,0 mL πλάσματος ως ελάχιστος όγκος σε θερμοκρασία - 20°C |
03 Σταθερότητα δείγματος
❄ 2-8°C 6 ώρες | ❄❄ -20°C για 30 ημέρες, χωρίς δυνατότητα πολλαπλών κύκλων κατάψυξης –απόψυξης |
04 Τιμές αναφοράς
Εκφράζονται σε pmol/L
< 13.0
38 – 86 ng/24h
05 Μέθοδος
Ραδιοανοσολογική (RIA)
06 Παρατηρήσεις
Η ADH, συντίθεται ως προορμόνη στους νευρώνες του υπεροπτικού και παρακοιλιακού πυρήνα του υποθαλάμου και με την βοήθεια της νευροφυσίνης, μεταφέρεται στον οπίσθιο λοβό της υπόφυσης. Μόνο το 10 με 20% της συνολικής ορμόνης εκκρίνεται άμεσα στην κυκλοφορία. Το υπόλοιπο ποσό εξακολουθεί να εκλύεται με μικρότερο ρυθμό.
Η πιο σημαντική δράση της ADH είναι η διατήρηση του ισοζυγίου του νερού του σώματος που επιτυγχάνεται με ελάττωση του όγκου των ούρων. Η κύρια δράση της ADH ασκείται στα άπω και τελικό αποτέλεσμα την επαναρρόφησή του. Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών είναι η διάνοιξη πόρων στη μεμβράνη του αυλού των σωληναρίων, από τους οποίους διέρχεται το νερό.
Σε πολλές καταστάσεις διαταράσσεται η φυσιολογική ρύθμιση της έκκρισης της ADH. Τα δύο σημαντικά κλινικά σύνδρομα της έκκρισης ADH είναι ο κεντρικός άποιος διαβήτης (DI), μια διαταραχή ανεπάρκειας ADH, και το σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης ADH (SIADH), μια διαταραχή σχετιζόμενη με υπερβολική σύνθεση ADH.
Η ADH ασκεί ελάχιστη επίδραση στην αρτηριακή πίεση υπό φυσιολογικές συνθήκες και σε σχετικά φυσιολογικές συγκεντρώσεις. Απαιτούνται πολύ μεγάλα επίπεδα στον ορό, της τάξης των 50 pg/ml προκειμένου να επιτευχθεί σημαντική αιμοδυναμική μεταβολή.
Η ADH διαφέρει από τις κατεχολαμίνες καθώς θεωρείται ασθενής αγγειοσυσπαστική ουσία, υπό καθεστώς φυσιολογικής λειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος.