Όλες οι εξετάσεις
Κωδ. 240, 3095( 24ωρου)

Αντιδιουρητική Ορμόνη (ADH)

01 Κλινική χρησιμότητα


Ως συμπλήρωμα στη διάγνωση του συνδρόμου απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Διαφοροδιάγνωση κεντρικού άποιου διαβήτη από νεφρογενή άποιο διαβήτη

02 Πληροφορίες δείγματος

Πλάσμα (EDTA) χωρίς αιμόλυση ή ίκτερο. Το πλάσμα αποχωρίζεται εντός 10 λεπτών από την αιμοληψία με φυγοκέντρηση στους 2- 8°C στις 2000 rpm

Μη αποδεκτό δείγμα:Συντήρηση δείγματος σε θερμοκρασία < - 15°C

Μεταφορά Δείγματος:2,0 mL πλάσματος ως ελάχιστος όγκος σε θερμοκρασία - 20°C

03 Σταθερότητα δείγματος

❄ 2-8°C

6 ώρες

❄❄ -20°C

για 30 ημέρες, χωρίς δυνατότητα πολλαπλών κύκλων κατάψυξης –απόψυξης

04 Τιμές αναφοράς

Εκφράζονται  σε pmol/L

< 13.0

 

38 – 86 ng/24h

05 Μέθοδος

Ραδιοανοσολογική (RIA)

06 Παρατηρήσεις

Η ADH, συντίθεται ως προορμόνη στους νευρώνες του υπεροπτικού και παρακοιλιακού πυρήνα του υποθαλάμου και με την βοήθεια της νευροφυσίνης, μεταφέρεται στον οπίσθιο λοβό της υπόφυσης. Μόνο το 10 με 20% της συνολικής ορμόνης εκκρίνεται άμεσα στην κυκλοφορία. Το υπόλοιπο ποσό εξακολουθεί να εκλύεται με μικρότερο ρυθμό.

Η πιο σημαντική δράση της ADH είναι η διατήρηση του  ισοζυγίου του νερού του σώματος που επιτυγχάνεται  με ελάττωση του όγκου των ούρων. Η κύρια  δράση της ADH ασκείται στα άπω και τελικό αποτέλεσμα την επαναρρόφησή  του. Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών είναι η διάνοιξη πόρων στη μεμβράνη του αυλού των σωληναρίων, από τους οποίους διέρχεται το νερό.

Σε πολλές καταστάσεις διαταράσσεται η φυσιολογική ρύθμιση της έκκρισης της ADH. Τα δύο σημαντικά κλινικά σύνδρομα της έκκρισης ADH είναι ο κεντρικός άποιος διαβήτης (DI), μια διαταραχή ανεπάρκειας ADH, και το σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης ADH (SIADH), μια διαταραχή σχετιζόμενη με υπερβολική σύνθεση ADH.

Η ADH ασκεί ελάχιστη επίδραση στην αρτηριακή πίεση υπό φυσιολογικές συνθήκες και σε σχετικά φυσιολογικές συγκεντρώσεις. Απαιτούνται πολύ μεγάλα επίπεδα στον ορό, της τάξης των 50 pg/ml προκειμένου να επιτευχθεί σημαντική  αιμοδυναμική μεταβολή.

Η ADH διαφέρει από τις κατεχολαμίνες καθώς θεωρείται ασθενής αγγειοσυσπαστική ουσία, υπό καθεστώς φυσιολογικής λειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος.