01 Κλινική χρησιμότητα
Η εξέταση προορίζεται για χρήση στη συμπτωματική ή μη διάγνωση ασθενών με χλαμυδιακή λοίμωξη
02 Πληροφορίες δείγματος
Tραχηλικό, oυριθρικό, oφθαλμικό επίχρισμα σε βαμβακοφόρους, dacron ή calcium alginate στυλεούς χωρίς συντηρητικό gel, ξηροί ή/και με προσθήκη 1000 μL PBS ή φυσιολογικού ορού. Αντενδείκνυνται ξύλινοι στυλεοί. Επίσης ενδείκνυται και το “κυτταρολογικό βουρτσάκι”. Τα προς εξέταση επιχρίσματα πρέπει να λαμβάνονται με ειδικό τρόπο, με απομάκρυνση των τοπικών εκκριμάτων προ της λήψης. Επειδή o μικροοργανισμός C. trachomatis μολύνει το κυλινδρικό ή το μεικτό (πλακώδες και κυλινδρικό) επιθήλιο, τα τραχηλικά δείγματα πρέπει να λαμβάνονται από τη ζώνη μετάπτωσης στην είσοδο του τραχήλου. | Μη αποδεκτό δείγμα:Στυλεοί σε μέσα μεταφοράς διαφορετικά από τα παραπάνω ή ξύλινοι στυλεοί, αιμοραγικά δείγματα, δείγματα με τραχηλική βλέννη. | Μεταφορά Δείγματος:Συνθήκες ψύξης (2°-8 ° C). |
03 Σταθερότητα δείγματος
❄ 2-8°C
≤2 μηνών
04 Τιμές αναφοράς
Μη Ανιχνεύσιμο CT-DNΑ
05 Μέθοδος
Real-time PCR με χρήση LightMix® Kit Chlamydia trachomatis (EC), Roche
06 Παρατηρήσεις
Ο μικροοργανισμός Chlamydia trachomatis αποτελεί αρνητικό κατά gram, μη κινητικό, υποχρεωτικά ενδοκυτταρικό βακτήριο των ευκαρυωτικών κύτταρων. Περιλαμβάνει δεκαπέντε κύριους ορολογικούς υπότυπους που δύναται να προκαλέσουν νόσο στον άνθρωπο. Παραμένει σε περιοχές του οργανισμού, οι οποίες είναι απροσπέλαστες από τα μακροφάγα, Τ- και Β-κύτταρα, ενώ δεν διαθέτει πρωτεϊνικά αντιγόνα που ενεργοποιούν τους μηχανισμούς ανοσίας. Η λοίμωξη από C. trachomatis είναι η δεύτερη κυριότερη αιτία σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων παγκοσμίως με περίπου 89,1 εκατομμύρια περιστατικά ετησίως. Στο 75% των περιπτώσεων των γυναικών και στο αντίστοιχο 25% των ανδρών, η λοίμωξη παραμένει ασυμπτωματική. Η συμπτωματική λοίμωξη από C. trachomatis εκδηλώνεται ως λοίμωξη του ουρογεννητικού συστήματος σε γυναίκες και άνδρες με συνοδά συμπτώματα δυσουρίας και κολπικού, ουρηθρικού ή πρωκτικού εκκρίματος. Στις γυναίκες μπορεί να παρουσιαστεί πυελική φλεγμονή, σαλπιγγίτιδα και στειρότητα, ενώ στους άνδρες, σπανιότερα επιδιδυμίτιδα και στειρότητα. O C. trachomatis μεταδίδεται κατά τη διάρκεια του τοκετού στο νεογνό και ενδέχεται να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα ή/και πνευμονία. Η λοίμωξη αντιμετωπίζεται με ποικίλα αντιβιοτικά σκευάσματα, ενώ η πρώιμη εργαστηριακή διάγνωση επιτρέπει την έγκαιρη χορήγηση προφυλακτικής αγωγής και στους σεξουαλικούς συντρόφους, περιορίζοντας την εξάπλωση της νόσου. Οι μοριακές μέθοδοι στηρίζονται στην ενίσχυση και τον πολλαπλασιασμό του γενετικού υλικού του μικροοργανισμού και θεωρούνται οι πλέον ευαίσθητες καθώς επιτρέπουν τον έλεγχο μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων αλλά και ασυμπτωματικών ατόμων.
Ψευδώς-αρνητικά αποτελέσματα ενδέχεται να προκύψουν από δείγματα που δε συλλέχτηκαν ή αποθηκεύτηκαν σωστά.
Αποτέλεσμα Μη ανιχνεύσιμο δεν αποκλείει την πιθανότητα λοίμωξης από Chlamydia trachomatis.
Τα αποτελέσματα της εξέτασης πρέπει να αξιολογούνται πάντοτε σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα του ασθενούς.
Η εξέταση προορίζεται αποκλειστικά για ιατρικούς σκοπούς και δεν δύναται να αξιοποιηθεί για την εκτίμηση υποπτευόμενης σεξουαλικής κακοποίησης ή άλλων σκοπών ιατροδικαστικού ενδιαφέροντος.