01 Κλινική χρησιμότητα
Ως βοήθημα κατά τη διαδικασία εκτίμησης της επάρκειας βιταμίνης D και την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία με βιταμίνη D.
02 Πληροφορίες δείγματος
Ορός που συλλέγεται σε συνήθη σωληνάρια δειγματοληψίας ή σε σωληνάρια που περιέχουν γέλη διαχωρισμού χωρίς έντονη αιμόλυση και λιπαιμικότητα. | Μη αποδεκτό δείγμα:Δείγματα με μικροβιακή μόλυνση, θερμική αδρανοποίηση, δείγματα που περιέχουν ορατά ξένα στοιχεία, ή δείγματα με έντονη αιμόλυση και λιπαιμικότητα καθώς και δείγματα που έχουν εκτεθεί στο φως. | Μεταφορά Δείγματος:0,5 mL ως ελάχιστος όγκος σε θερμοκρασία 2-8°C |
03 Σταθερότητα δείγματος
15-25°C 8 ώρες | ❄ 2-8°C 7 ημέρες | ❄❄ -20°C 60 ημέρες |
04 Τιμές αναφοράς
Εκφράζονται σε ng/mL (ng/mL x 2,5 → nmol/L)
Ταξινόμηση της κατάστασης της βιταμίνης D με τη συγκέντρωση της 25 (ΟΗ) D
| Κατάσταση βιταμίνης D | Εύρος τιμών |
| Έλλειψη | < 11,0 |
| Ανεπάρκεια | 11,0-29,0 |
| Επάρκεια | 30,0-100 |
| Τοξίκωση | > 100 |
05 Μέθοδος
CLIA. Ο προσδιορισμός ADVIA Centaur VitD έχει προτυποποιηθεί με χρήση εσωτερικών προτύπων τα οποία είναι δυνατό να αναχθούν στον ID LC/MS/MS 25(OH)vitamin D RMP. Ο ID LC/MS/MS μπορεί να αναχθεί στο υλικό αναφοράς 2972 του National Institute of Standards and Technology. Για 177 δείγματα στο εύρος 5,0 έως 100,0 ng/mL (12,5 έως 250,0 nmol/L), η σχέση μεταξύ του προσδιορισμού ADVIA Centaur VitD (y) και της μεθόδου αναφοράς ID-LC/MS/MS 25(OH)vitamin D RMP (x)περιγράφεται με χρήση της παλινδρόμησης Deming: ADVIA Centaur VitD = 0,99 (ID-LC/MS/MS) + 0,53 ng/mL, r = 0,96 Αναλυτική ευαισθησία (κατώτατο όριο ανίχνευσης) : 4,2 ng/mL
06 Παρατηρήσεις
Η βιταμίνη D είναι μια στεροειδής ορμόνη που συμμετέχει στην εντερική απορρόφηση του ασβεστίου και στη ρύθμιση της ομοιόστασης του ασβεστίου. Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για το σχηματισμό και τη διατήρηση ισχυρών, υγιών οστών.
Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D ενδέχεται να προκύψει από ανεπαρκή έκθεση στον ήλιο, ανεπαρκή διατροφική πρόσληψη, μειωμένη απορρόφηση, μη φυσιολογικό μεταβολισμό ή αντίσταση στη βιταμίνη D. Πρόσφατα, διάφορες χρόνιες νόσοι όπως καρκίνος, υπέρταση, οστεοπόρωση και διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα έχουν συνδεθεί με την ανεπάρκεια της βιταμίνης D. Ανεξάρτητα από το αν καταναλώνονται ή παράγονται, οι δύο μορφές της βιταμίνης D (D2 και D3) μεταβολίζονται από το ήπαρ σε 25(OH)D και κατόπιν μετατρέπονται στο ήπαρ ή στους νεφρούς σε 1,25-διυδροξυβιταμίνη D. Οι μεταβολίτες της βιταμίνης D συνδέονται με πρωτεΐνες μεταφοράς στο πλάσμα και διανέμονται σε ολόκληρο το σώμα. (βλέπε εδώ)
Ο πιο αξιόπιστος εργαστηριακός δείκτης εκτίμησης της επάρκειας της βιταμίνης D είναι η 25(OH)D επειδή τα επίπεδά της στον ορό και στο πλάσμα αντιστοιχούν στα επίπεδα αποθήκευσης της βιταμίνης D στον ανθρώπινο οργανισμό. Επιπλέον, τα επίπεδα της 25(OH)D συσχετίζονται με τα συμπτώματα ανεπάρκειας της βιταμίνης D. (βλέπε εδώ)
Σημαντικό: Οι πληροφορίες δίνονται ως οδηγός. Η ερμηνεία πρέπει να γίνεται από τον θεράποντα ιατρό σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα και τη συνολική εργαστηριακή εκτίμηση.